

Οι παρακάτω μαθητές μας βραβεύθηκαν στον 25ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό για το έτος 2024 – 2025, που προκηρύχθηκε από την Εταιρεία Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου. Η βράβευση πραγματοποιήθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα Μερκούρη» στην Αμφιάλη, Κερατσίνι.
Η φιλία
Κάθε άνθρωπος στη γη
έχει ανάγκη μια φιλία αληθινή
να μπορεί να του σταθεί
σε κάθε όμορφη και δύσκολη στιγμή.
Στον φίλο ανοίγεις την καρδιά
με συμπόνια και χαρά
στέκεις πάντοτε σιμά
και φέρεσαι διακριτικά.
Τον φυλάς από το κακό
τον οδηγείς προς το καλό
και δεν ξεχνάς ποτέ αυτό,
πως είσαι για κείνον φυλαχτό.
Το σύμπαν της αγάπης
Στη Γη ζω ,
μα στον ουρανό πετάω
Ψάχνω και εγώ
αυτήν που αγαπώ
Με τα μάτια της
σαν γαλάζιους ωκεανούς
Την βλέπω
και μου φεύγει ο νους
Το δέρμα της χρυσό
σαν τα αστέρια στον κόσμο αυτό
Την πρώτη φορά
που την είδα
ήταν σαν ηλιαχτίδα.
Η φιλία
Στο διάλειμμα τρέχω βιαστικά
Και η παρέα με φωνάζει ξανά
Μιλάμε για όνειρα τρελά
και σχέδια που φτιάχνουμε κρυφά.
Το μάθημα περνά γοργά
Με άσκηση βιβλία και χαρά
Μα οι σκέψεις φεύγουν μακριά
Μέσα σε ανεμελιά.
Οι φίλοι είναι το κλειδί
Σε κάθε δύσκολη στιγμή
Και αν κάτι φαίνεται βουνό ψηλό
Μαζί το ξεπερνάμε σαν κάτι απλό.
Ανθρωπογενή Άστρα
Δεν είναι παράξενο
Που της πόλης τα φώτα σβήσανε τα άστρα;
Οι ελπίδες στρέφονται σε κάτι ανθρώπινο.
Και όμως εμείς ακόμα ατενίζουμε το φεγγάρι,
ευχόμαστε στα πεφταστέρια.
Ανατέλλουν στου λιμανιού της όχθες,
φανοστάτες σαν αστέρια φυλακισμένα.
Η ψυχή
Η πόρτα ανοίγει
σιγά-σιγά
μα δεν είσαι εσύ!
Είναι μια θολωμένη ψυχή
που ζητάει χρήματα για την επιστροφή της!
Έδωσα ελεημοσύνη
αλλά τι να κάνει!
Και η καρδιά πέταξε μακριά
όπως πέταξες και εσύ!
Μία φωνή ακούστηκε
μα δεν είσαι εσύ!
Είναι το μυαλό μου που σε επιθυμεί!
Μοναξιά
Δρόμοι και σπίτια
σκέπασαν τη γη
και οι άνθρωποι αμέριμνοι
σαν τίποτα να μην έχει συμβεί.
Σπίτια, γραφεία, μπαρ, καφενεία
γεμίζουν ασφυκτικά
φάμπρικες, μπίζνες, φώτα, βιτρίνες
κι όμως κι εκεί μοναξιά.
Οι μορφωμένοι δίνουν διαταγές
και οι άνθρωποι για τα χρήματα
σαν να είναι μηχανήματα
υπακούν στις εντολές.
Κάποιον που έχει δουλειές και τρέχει
με άγχος μέσα στην καρδιά
σταμάτησέ τον και ρώτησέ τον
άραγε έχει χαρά;
Πάψαμε να είμαστε αληθινοί
μας έφαγε η οθόνη
τη δυστυχία προσπαθούμε να κρύψουμε
αλλά αυτή μας στοιχειώνει.
Φοβόμαστε ο άλλος
για εμάς τι θα πει
αντί να κάνουμε ό,τι νιώθουμε
στην ίδια μας τη ζωή.
Αν ζούσαμε κάπου αλλού
Γιατί να μη ζούμε κάπου αλλού;
Ίσως σε ένα μέρος όπου οι μόνοι πόλεμοι είναι με το χιόνι.
Σε ένα μέρος όπου το μίσος και η κακία είναι δύο τρομερές λέξεις
και όχι συνηθισμένα συναισθήματα.
Σε ένα μέρος όπου τα μόνα τέρατα που υπάρχουν
είναι αυτά κάτω από το παιδικό μας κρεβάτι,
πριν ακόμα μάθουμε ότι τα αληθινά τέρατα ζουν ανάμεσά μας,
είναι μέρος της ζωής μας, οι σκέψεις μας.
Γιατί να μη ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θέλουν φίλους και όχι
ακόλουθους.
Σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι ξέρουν
πως τα λουλούδια δεν θα έχουν πιο ωραίο άρωμα, αν έχουν αυτοί ωραίο σώμα.
Σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι δεν σπαταλάνε αυτό που είναι
με το να σκέφτονται αυτό που θα ήθελαν να γίνουν.
Ίσως τελικά η γη να είναι βαρετή.
Θα μπορούσαμε να ζήσουμε μέσα σε ένα παραμύθι.
Σε έναν κόσμο όπου η φαντασία γίνεται πραγματικότητα, σαν ένα βιβλίο.
Ίσως να γράψουμε το δικό μας.
Για έναν κόσμο όπου οι πριγκίπισσες δεν είναι κλεισμένες σε πύργους,
Αλλά πολεμάνε πάνω σε δράκους που πετάνε φωτιές.
Όπου οι βρικόλακες δεν πίνουν το αίμα αθώων ανθρώπων,
αλλά παίρνουν το δικό τους πίσω,
από τους δυνατούς βασιλιάδες, που τώρα είναι αδύναμοι
και κάποτε τους υποτίμησαν.
Ίσως να πάμε σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλοι θυμούνται
πως ήταν κάποτε παιδιά με φαντασία.
Μπορεί αυτός ο κόσμος να υπάρχει ήδη και απλά να χρειάζεται να τον βρούμε.
Ή ίσως να πρέπει να τον φτιάξουμε εμείς!
Από μια λέξη αρχίζουν όλα
Από μια λέξη αρχίζουν όλα
Λέξη σε λέξη
Φράση σε φράση
Πρόταση σε πρόταση
Έτσι δημιουργούνται τα αριστουργήματα
Τα αριστουργήματα που αποκαλούμε ποιήματα
Γιατί στο τέλος μόνο οι λέξεις μένουν
Και όλα τα άλλα ξεχνιούνται με το πέρασμα του χρόνου.
Προσπάθησε να τα αλλάξει όλα…, αλλά τελικά δεν άλλαξε τίποτα…
Ο Κωστής μπήκε στο δωμάτιο. Μύριζε γιασεμί με έναν τόνο από βανίλια. Παρουσιάστηκε ένας μεγαλόσωμος άνδρας με κοστούμι και ένα ευχάριστο και καλοσυνάτο χαμόγελο. Αυτός ήταν ο ξακουστός πολιτικός που φοβούνταν όλοι για την αυστηρότητα και την επιβλητικότητά του. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν ταμπούρλο. «Καλημέρα σας, κύριε Υπουργέ» είπε με τρεμάμενη φωνή και άπλωσε το ταλαιπωρημένο του χέρι. Ο υπουργός τού έσφιξε το χέρι, τον καλημέρισε και έπειτα με μία κίνηση του χεριού του τού έδειξε την καρέκλα. «Λοιπόν, Κωστή, τι σε φέρνει στο γραφείο μου σήμερα; Έμαθα ότι βγήκατε με τον γιο μου και τον Γιάννη το Σαββατοκύριακο.» ρώτησε με εύθυμο ύφος. Ο Κωστής έγνεψε καταφατικά. «Κύριε Υπουργέ μου, δυστυχώς δεν έρχομαι για κάτι ευχάριστο» απάντησε εκείνος. «Πες μου, σε παρακαλώ», είπε ο Υπουργός. Ο Κωστής ξεκίνησε να διηγείται από την αρχή την ιστορία του αδελφού του. Του τα είπε όλα. Του διηγήθηκε για τη σύζυγο του Γιάννη, του αδερφού του, που ήταν ψυχολογικά άρρωστη και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δυσκολέψει την κατάσταση, του είπε για τα δύο παιδιά του που ήταν μικρά και τον χρειάζονταν δίπλα τους, του είπε για τη μητέρα του που προσπαθούσε να βοηθήσει, αλλά τελικά μπερδευόταν και η ίδια. Στο τέλος κατέληξε: «Κύριε Υπουργέ, σήμερα δεν έχω έρθει εδώ για να σας κάνω υποδείξεις ούτε και για να βγάλετε τον αδερφό μου από τη φυλακή. Έχω έρθει για να σας επισημάνω τη δύσκολη θέση που βρίσκομαι και τα σημεία που χωλαίνει η κρατική δικαιοσύνη. Ο αδερφός μου μπορεί να θεωρούνταν ένα απόβρασμα της κοινωνίας από τον κοινωνικό περίγυρο, επειδή είχε απλώς έναν πιο άστατο τρόπο ζωής, όμως άτιμος δεν είναι. Την τιμή του την έχει ιερή και όσια. Σε καμία περίπτωση δεν θα έκανε ποτέ κακό και μάλιστα αυτό που κατηγορείται ότι διέπραξε. Έναν φόνο. Αν είναι ποτέ δυνατόν! Έναν φόνο.» Ο Κωστής σταμάτησε λίγο για να συνέλθει και να προσπαθήσει να κατευνάσει τον θυμό του. Έπειτα συνέχισε. «Κύριε Υπουργέ, το ξέρω πολύ καλά πως δεν είναι καθόλου εύκολο να πιστέψετε έναν τρελό που έρχεται στο γραφείο σας και προσπαθεί να σας πείσει ότι κάποιος που κατηγορείται για κακούργημα είναι αθώος, όμως πρέπει να με λάβετε υπόψη σας, αν όχι να με πιστέψετε. Οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στον τόπο του εγκλήματος χρηματίστηκαν. Ήρθαν και μου το ανέφεραν οι ίδιοι ανεπίσημα, καθώς φοβούνται να καταθέσουν στην αστυνομία, αφού έχουν κάνει και εκείνοι κάποιες μικρές παρανομίες. Ο Υπουργός μόρφασε. «Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, εφόσον οι μάρτυρες αρνούνται να μιλήσουν από φόβο και η σύζυγός του δεν έχει κανέναν απολύτως σκοπό να βοηθήσει, η θέση του αδερφού μου είναι πολύ δυσχερής.» Ο υπουργός αφού περίμενε λίγα δευτερόλεπτα ώστε να είναι σίγουρος ότι τελείωσε ο συνομιλητής του, απάντησε: «Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Η θέση του αδερφού σου όσο και η δική σου είναι πολύ δυσάρεστη. Να φανταστώ πως η εισαγγελία και η ανακρίτρια δεν έχουν συνδράμει στη διαλεύκανση της υπόθεσης! Εξέλαβε ένα θετικό νεύμα και συνέχισε: «Γνωρίζω τη σοβαρότητα της κατάστασης και προσπαθώ ήδη να λάβω κάποια μέτρα». «Σας ευχαριστώ πολύ για την κατανόηση» απάντησε ο Κωστής και συνέχισε: «Θα ήθελα όμως, αν μου επιτρέπετε, να διαφωνήσω με το γεγονός ότι έχετε λάβει μέτρα! Οι συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές της χώρας μας είναι ακατάλληλες από τη σίτιση μέχρι τις εγκαταστάσεις, τις οποίες μπορώ να θεωρήσω μέχρι και επικίνδυνες για επισκέπτες και φυλακισμένους, από τη στιγμή που ο χώρος αναμονής του επισκεπτηρίου είναι σε αθλιότατη κατάσταση, σε σημείο δηλαδή που φοβόμαστε μη μας πέσει και τίποτα στο κεφάλι». Αυτή ήταν η πραγματικότητα που ζούσε ο Κωστής περιμένοντας να δει τον αθώο αδερφό του πίσω από τα σκουριασμένα κάγκελα της φυλακής. Το έβλεπε καθαρά πως κανένας άνθρωπος δεν άξιζε να ζει υπό αυτές τις συνθήκες, όποιο έγκλημα και αν είχε κάνει. Δεν πίστευε ότι αυτή η εξαθλίωση θα μπορούσε να σωφρονίσει έναν άνθρωπο με οποιονδήποτε τρόπο, αφού εκεί τρελαίνεσαι και μετά δεν μπορείς να ζήσεις την υπόλοιπη ζωή σου φυσιολογικά, να κάνεις μια καινούργια αρχή. Την ώρα που όλα αυτά γύριζαν στο μυαλό του, συνέχιζε την ομιλία του προς τον Υπουργό. «Ακούστε με, δεν σας ζητώ να βγάλετε τον αδερφό μου από τη φυλακή, παρότι είναι στα αλήθεια αθώος. Το μόνο που σας παρακαλώ είναι να βελτιώσετε αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες. Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν κάτω από αυτές με ψυχοφάρμακα και ιατρική βοήθεια, άλλοι βγαίνουν έχοντας ψυχικά τραύματα που δεν μπορούν να διαχειριστούν και συνεχίζουν τη ζωή τους επισκεπτόμενοι ψυχιάτρους και κλινικές. Δεν είναι άδικο, λοιπόν, να καταστρέφονται οι ζωές εκατοντάδων ανθρώπων, γιατί έχουν κάνει κάποιο μικρό αδίκημα; Δεν σας μιλάω για σοβαρά εγκλήματα. Σας μιλάω για μικρά αδικήματα στα οποία τις περισσότερες φορές το κράτος δεν δίνει καν σημασία. Απλά έτυχε εκείνη τη στιγμή να συλληφθεί κάποιος καημένος ανθρωπάκος. Επιπλέον, κύριε Υπουργέ, δε θεωρώ αποδεκτή τη διαφορετική μεταχείριση των κρατουμένων. Είναι απαράδεκτο να μεταχειρίζονται τους εύπορους ανθρώπους με ευγένεια και υποταγή από τη στιγμή που υποτίθεται ότι όλοι οι κρατούμενοι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Οι πλούσιοι πάντα μπαίνουν στη σειρά προτεραιότητας των ανακρίσεων, των αποφάσεων, των δικαστηρίων, ενώ οι φτωχοί; Αυτοί που δεν έχουν τα χρήματα ούτε και να βιοποριστούν; Αυτούς πώς τους μεταχειρίζονται ισότιμα; Στριμώχνοντάς τους στα κελιά; Μιλώντας τους άσχημα; Βγάζοντάς τους από τη φυλακή 2 χρόνια μετά την προβλεπόμενη ποινή; Ή καθιστώντας τους υπεύθυνους για όλα;» Ο υπουργός τον σταμάτησε με ένα νεύμα και απάντησε: «Σε παρακαλώ πολύ! Δεν σου επιτρέπω να μου υποδεικνύεις πώς να κάνω τη δουλειά μου! Τα προβλήματα που μου παραθέτεις έχουν αντιμετωπιστεί με αλλαγές στο προσωπικό και τη διοίκηση. Συνεπώς, δεν ισχύουν ούτε τα μισά από όσα μου λες!» «Εντάξει κύριε Υπουργέ, δεν θα σας επιφορτίσω άλλο με τις ανούσιες όπως πιστεύετε παρατηρήσεις μου, αλλά ένα μόνο έχω να σας πω. Η αντιμετώπιση αυτή δεν αρμόζει σε κανέναν που αποκαλείται άνθρωπος» Σηκώθηκε από την καρέκλα του, πήρε την ομπρέλα του, χαιρέτησε με μισή καρδιά τον Υπουργό και βγήκε στον δρόμο. Από εκεί πήγε κατευθείαν στις φυλακές για να ενημερώσει τον αδερφό του για όσα συνέβησαν. Του τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι, πως πήγε, πόσο ευγενικός ήταν ο Υπουργός στην αρχή και πώς κατέληξαν να ενταθούν τα πνεύματα στο τέλος και να αποχωριστούν με ψυχρότητα. Ο Γιάννης, ο αδερφός του Κωστή, τον μάλωσε. Του είπε πως δεν έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά για εκείνον και ότι έπρεπε να ασχοληθεί και με την οικογένειά του. «Άσε τις πολλές κουβέντες για να με βγάλεις» του είπε. «Ό,τι και να πεις υπάρχει τόση υποκρισία και αδικία στον κόσμο που μόνο η σιωπή μπορεί να με σώσει. Ο πραγματικός δολοφόνος σιγά μην κάτσει να ασχοληθεί με κάποιον αθώο που φυλακίστηκε αντί γι’ αυτόν.» Ο Κωστής δάκρυσε. Τα λόγια του αδερφού του τον άγγιξαν πραγματικά. «Πρέπει να σε βγάλω από τη φυλακή, και θα σε βγάλω!» του είπε και έφυγε σκεπτόμενος τι πραγματικά πρέπει να κάνει για να αποφυλακίσει τον αθώο αδελφό του. Έπειτα, κάθισε μέσα στο αυτοκίνητό του να σκεφτεί. Σκεφτόταν τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί μέσα. Τους λυπόταν τόσο πολύ, όταν αναλογιζόταν εκείνον τον ασήκωτο σταυρό που κουβαλούσαν στην πλάτη τους. Την αδικία που έβλεπαν να τους μαστιγώνει αλύπητα με το καμτσίκι της λύπης και της μοναξιάς. Την παρέα που τους έλειπε από το πληγωμένο πλευρό τους, την προσμονή να φανεί κάποιος συγγενής, φίλος ή έστω και ένας άγνωστος να τους παρηγορήσει, να νιώσουν και αυτοί ότι μπορούν να μοιραστούν αυτόν τον δύσβατο Γολγοθά με κάποιον. Σκεφτόταν, όμως, και τους απελπισμένους συγγενείς και φίλους που περιμένοντας στο ερειπωμένο κουβούκλιο των φυλακών αναλογίζονταν τι να πουν πάλι στους αγαπημένους τους, πώς να τους ενθαρρύνουν χωρίς να πέσουν και αυτοί στη μοιραία μάχη; Δεν κατάλαβε τον χρόνο που κυλούσε γοργά σαν άλογο που τρέχει να κερδίσει τις ιπποδρομίες της ζωής. Πέρασε, έφτασε σούρουπο και ακόμα σκεφτόταν. Οι κλήσεις στο τηλέφωνο του αμέτρητες. Ολόκληρη η οικογένειά του τον καλούσε, μα εκείνος δεν απαντούσε. Γύρισε στο σπίτι του τα μεσάνυχτα. Όλοι αγωνιούσαν για εκείνον, μα έπρεπε να πάρει χρόνο. Χρόνο για να σκεφτεί. Μέσα στους άστατους ρυθμούς της καθημερινότητας τα έκανε όλα μηχανικά, δε σκεφτόταν. Τώρα όμως έπρεπε. Είχε υποχρέωση προς τον αδερφό του. Την επόμενη μέρα ξύπνησε νωρίς και πήγε στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών. Του ανέλυσε όλα τα θέματα που είπε και την προηγούμενη στον Υπουργό και ακόμα παραπάνω. Του είπε για την αρνητική στάση και τη λανθασμένη άποψη που είχε ο Υπουργός όσον αφορά τη συντήρηση και τη λήψη μέτρων στις φυλακές. Ο διευθυντής τού απάντησε: «Κύριε Κωστή, συμφωνώ απολύτως μαζί σας. Έχω προσπαθήσει επανειλημμένως να πείσω τους ανωτέρους μου για τα θέματα αυτά που θέσατε, γιατί, όπως πολύ σωστά είπατε, δεν παύουν και αυτοί να είναι άνθρωποι. Τα εγκλήματά τους πρέπει φυσικά να τιμωρούνται, αλλά όχι με αυτόν τον άκαρδο τρόπο. Θα κάνω και εγώ ό,τι περνάει από το χέρι μου για να βοηθήσω τον αδερφό σας και ελπίζω οι προσπάθειες αυτές να αποδειχθούν καρποφόρες.» «Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Διευθυντά. Σας είμαι υπόχρεος.» Λίγους μήνες μετά από αυτές τις συναντήσεις, μετά από δικαστήρια, ανακρίσεις, αδιάβαστα πρακτικά, προκαταλήψεις, ψευδομάρτυρες και άλλα πολλά, ο Γιάννης τελικά αφέθηκε ελεύθερος. Μετά την απελευθέρωσή του, όμως, αποφάσισε να επισκεφθεί έναν προς έναν τους φυλακισμένους φίλους του και μη, γνωστούς και αγνώστους, δυνατούς και αδύναμους. Τους επισκέφθηκε όλους. Δεν άφησε ούτε έναν από τους πρώην συντρόφους του να νιώσει μοναξιά. Μέχρι και τους φύλακες, τους γραμματείς και τους ελεγκτές επισκέφτηκε, τους έκανε παρέα, τους γνώρισε καλύτερα. Τελικά, μετά από εξονυχιστικές έρευνες αποδείχθηκε πως ο πραγματικός δολοφόνος ήταν ο γιος του υπουργού, ο οποίος ήταν φίλος του Γιάννη και παίρνοντας το αυτοκίνητό του δολοφόνησε κατά λάθος μια ηλικιωμένη κυρία που περνούσε τον δρόμο, την ώρα που γυρνούσε από ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης μεθυσμένος. Έτσι λοιπόν, ο υπουργός βλέποντας πώς είχε η κατάσταση επισκέφθηκε τον Κωστή στο σπίτι του. Του ζήτησε συγγνώμη για την απαράδεκτη συμπεριφορά του και έπειτα τον παρακάλεσε να γίνει Γραμματέας του με σκοπό να τον βοηθήσει στη βελτίωση των άθλιων συνθηκών φυλάκισης και στην καλύτερη μεταχείριση των κρατουμένων. Ο Κωστής δέχθηκε τη θέση με μεγάλη χαρά και άρχισαν να προσπαθούν. Όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν άλλο Υπουργό, ο οποίος ήταν κάθετος για την ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών στις φυλακές και πεπεισμένος για τη καλή διαβίωση των κρατουμένων. Τελικά, λοιπόν, κατάφεραν να αλλάξουν την τροπή της ιστορίας βγάζοντας τον Γιάννη από τη φυλακή, αλλά δεν μπόρεσαν να αλλάξουν το σύστημα της δικαιοσύνης…
Το όνειρό μου είναι….
Το ρολόι έδειχνε 7:13 όταν έβγαλα το κεφάλι μου από το νερό. Είχα έρθει στις 5:30 εκείνο το πρωί, γιατί ήθελα να κοιμηθώ λίγο παραπάνω, αφού είχα ξενυχτήσει την προηγούμενη μέρα. Θυμάμαι ότι βγήκα από την πισίνα στις 10:40 και σίγουρα έκανα γύρω στα 10 λεπτά για να φτάσω σπίτι και ούτε ξέρω για πόση ώρα ήμουν χαμένη στη σκέψεις μου, μέχρι να καταφέρει να με πάρει ο ύπνος. “Ξέρω πολύ καλά πως είναι, αλλά πρέπει να κάνεις θυσίες για να καταφέρεις να πετύχεις τον στόχο σου. Και εγώ το ίδιο έκανα και τη στιγμή που πήρα το χρυσό μετάλλιο, ένιωσα πως οι κόποι μου ανταμείφθηκαν” Αυτή τη συγκεκριμένη φράση, την είχα ακούσει από το στόμα της μητέρας μου αμέτρητες φορές. Από όταν πήγαινα σχολείο, φρόντιζε να μου θυμίζει την επιτυχία της στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1996, για να μου δείξει ότι πρέπει πάντα να διαβάζω και να αγωνίζομαι για τους στόχους μου. Το ίδιο και με την κολύμβηση. Πρώτα έμαθα να κολυμπάω και μετά να περπατάω. Όσο ζούσα με τους γονείς μου στην Κρήτη, μου ήταν πολύ εύκολο να πηγαίνω και να κολυμπάω. Ήδη από δύο χρόνων μπορούσα να κολυμπάω χωρίς βοήθεια στη θάλασσα, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα παιδιά στην ηλικία μου και όταν έφτασα 5 χρονών, η μαμά με έγραψε στο κολυμβητήριο για να μπορώ να προπονούμαι, ακόμη και τον χειμώνα. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που πάντα μου θύμιζε, ότι πρέπει να ξεπεράσω τον στόχο που είχε θέσει η μητέρα μου και να κληρονομήσω τη φήμη της και τον τίτλο της, ως Ολυμπιονίκης. Κάθε μέρα μετά από το σχολείο, πήγαινα στο κολυμβητήριο και έκανα προπόνηση για δύο ή τρεις ώρες. Από την τρίτη Γυμνασίου και μετά είχα πολύ διάβασμα για το σχολείο, ξεκίνησα και φροντιστήριο και έτσι δεν είχα χρόνο να πηγαίνω στο κολυμβητήριο το απόγευμα. Αποφάσισα λοιπόν, να πηγαίνω για προπόνηση το πρωί. Το ξυπνητήρι χτυπούσε κάθε μέρα στις 5:30. Αυτό συνεχίστηκε και για τα τρία χρόνια του Λυκείου. Το διάβασμα αυξανόταν συνεχώς και δεν ήταν λίγες οι μέρες που πήγαινα συνεχόμενα, από το βραδινό διάβασμα στην πισίνα για προπόνηση και μετά απευθείας στο σχολείο.
Το μεγαλύτερο μου όνειρο, πέρα από την κολύμβηση, ήταν να γίνω γιατρός. Ήθελα να μπορώ να βοηθήσω τους ανθρώπους, να απαλύνω τον πόνο τους και να τους δίνω ελπίδα. Αλλά όπως είναι λογικό, έπρεπε να διαβάσω παρά πολύ για να το καταφέρω αυτό. Είχα φτάσει να λέω από μέσα μου Χημεία και Βιολογία όσο ήμουν στο νερό. Η καλύτερη μου φίλη, η Νεφέλη, μου έλεγε πάντα ότι ” βάζω τον πήχη πολύ ψηλά” και πως “χάνω τα ωραία της ηλικίας μας”. Με τη Νεφέλη είμαστε σαν την ημέρα με τη νύχτα. Ήρθε στο νησί μας στην πρώτη Γυμνασίου και καταλήξαμε στην ίδια τάξη. Ένας άνθρωπος πάντα χαρούμενος, χωρίς έγνοιες και ανησυχίες. Δεν την πολύ ενδιέφερε το σχολείο, αφού θα αναλάμβανε τα ενοικιαζόμενα δωμάτια της οικογένειάς της. ” Θα έχω χρήματα χωρίς κούραση και θα μείνω και στο νησί, τι άλλο μπορώ να ζητήσω”. Ήταν πολύ δημοφιλής στο σχολείο μας, είχε πολλές παρέες και κάθε Σαββατοκύριακο ήταν σε κάποιο πάρτι. Φρόντιζε κάθε Δευτέρα, να έρχεται και να μου λέει όλα όσα έγιναν. ” Πάντως Αριάδνη, έχασες που δεν ήρθες, ήταν φανταστικά, αλλά ξέρω πως είσαι πολύ απασχολημένη” έλεγε κάθε φορά και κάθε φορά μπορούσα να διακρίνω μια μικρή δόση απαξίωσης στη φωνή της.
Εγώ πρώτη φορά πήγα σε πάρτι, μετά την αποφοίτησή στη Γ ‘Λυκείου. Είχα τρεις φωνές στο κεφάλι μου και προσπαθούσα να τις ακούω και τις τρεις. Από τη μία η μαμά μου, που ονειρευόταν να με δει στο βάθρο των Ολυμπιακών αγώνων να κατακτώ το χρυσό μετάλλιο, από την άλλη η Νεφέλη, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να με πείσει να πάω μαζί της σε όλα αυτά τα πάρτι και στις γιορτές και κάπου στη μέση εγώ, που προσπαθούσα να καταλάβω, τι πραγματικά θέλω από τη ζωή μου και ποια τελικά είμαι. Η φοιτητική ζωή μετά τις Πανελλαδικές δεν ήταν όπως τη φανταζόταν η Νεφέλη, ούτε όπως την περίμεναν οι συμμαθητές μου. Δεν ήταν γεμάτη ανέμελες διακοπές, ατελείωτες βόλτες και ξεκούραση. Ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στις προπονήσεις και στο διάβασμα. Το πρωί κολυμβητήριο, το απόγευμα απορροφημένη στα βιβλία. Η καθημερινότητά μου ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ισορροπήσω ανάμεσα στα δύο μεγάλα μου όνειρα: την κολύμβηση και την Ιατρική. Η μητέρα μου, χρυσή Ολυμπιονίκης, πίστευε ότι το μέλλον μου ήταν προδιαγεγραμμένο. «Οι θυσίες είναι απαραίτητες για να φτάσεις στην κορυφή», μου έλεγε ξανά και ξανά. Το άκουγα από τότε που ήμουν παιδί. Και η αλήθεια είναι πως η αριστεία δεν έρχεται εύκολα. Αλλά μέσα μου ήξερα ότι το δικό μου όνειρο δεν τελείωνε στην πισίνα. Πέρασα στην Ιατρική, όπως ήθελα, αλλά δεν σκεφτόμουν ούτε στιγμή να αφήσω πίσω την κολύμβηση. Ήξερα πως αν έκανα πίσω, αν επέλεγα το ένα και εγκατέλειπα το άλλο, θα ένιωθα πάντα μισή. Έτσι, συνέχιζα. Οι μέρες μου ήταν εξαντλητικές. Ξυπνούσα πριν την ανατολή του ήλιου για να πάω στην προπόνηση, μετά έτρεχα στις διαλέξεις του Πανεπιστημίου, και αργά το βράδυ διάβαζα μέχρι να με πάρει ο ύπνος πάνω από το βιβλίο της ανατομίας. Συμφοιτητές και συναθλητές μου συχνά με ρωτούσαν αν κουραζόμουν, αν ήθελα να τα παρατήσω. Κι εγώ το αναρωτιόμουν, κάποιες φορές. Αλλά η απάντηση ήταν πάντα η ίδια. Δεν είχα φτάσει ως εδώ για να τα παρατήσω.
Οι Ολυμπιακοί αγώνες ήρθαν πιο γρήγορα απ’ ό,τι περίμενα. Μέχρι τότε, οι αγώνες μου ήταν μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά τώρα βρισκόμουν αντιμέτωπη με τις καλύτερες αθλήτριες του κόσμου. Στα αποδυτήρια, έβλεπα γύρω μου κοπέλες που είχαν αφιερώσει όλη τους τη ζωή στην κολύμβηση, ενώ εγώ ήμουν μοιρασμένη στα δύο. Και τότε, για άλλη μια φορά, οι αμφιβολίες κατέκλυσαν το μυαλό μου. «Μήπως έκανα λάθος; Μήπως έπρεπε να έχω διαλέξω;» Αλλά μετά θυμήθηκα για ποιον λόγο βρισκόμουν εκεί. Θυμήθηκα τα ξημερώματα στην πισίνα, τις ατελείωτες διαδρομές, τις στιγμές που μπορεί το σώμα μου να πονούσε, αλλά το μυαλό μου επίμονα έλεγε «Άλλη μία προσπάθεια». Και κυρίως, θυμήθηκα τα λόγια του Πιερ ντε Κουμπερτέν, του ανθρώπου που αναβίωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες: «Το σημαντικότερο στη ζωή δεν είναι η νίκη, αλλά η συμμετοχή. Το ουσιώδες δεν είναι να έχεις νικήσει, αλλά να έχεις αγωνιστεί καλά.»
Εκείνη τη στιγμή, όλα ξεκαθάρισαν. Δεν είχα έρθει εδώ για να αποδείξω τίποτα σε κάποιον άλλον. Είχα έρθει για να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό. Η εκκίνηση δόθηκε. Βούτηξα στο νερό, και ξαφνικά όλα έγιναν απλά, σχεδόν αυτόματα. Το σώμα μου ήξερε τι να κάνει. Κάθε κίνηση, κάθε ανάσα, κάθε χτύπημα των ποδιών και των χεριών μου ήταν αποτέλεσμα χιλιάδων ωρών προπόνησης. Δεν υπήρχε φόβος, δεν υπήρχε αμφιβολία. Υπήρχε μόνο ο αγώνας.
Όταν άγγιξα τον τοίχο του τερματισμού, σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα τον φωτεινό πίνακα. Έψαχνα το όνομα μου στην κατάταξη. Είχα τερματίσει τέταρτη. Μια ανάσα μακριά από το βάθρο. Για λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά μου. Ήμουν τόσο κοντά! Μπορούσα να είχα κάνει κάτι διαφορετικό; Μήπως αν είχα αφιερωθεί αποκλειστικά στην κολύμβηση, να είχα ανέβει στο βάθρο; Και τότε, άκουσα το κοινό να χειροκροτεί. Είδα τις συναθλήτριές μου να βγαίνουν από το νερό χαμογελώντας, άλλες χαρούμενες, άλλες απογοητευμένες, αλλά όλες με το ίδιο βλέμμα, το βλέμμα εκείνου που έδωσε ό,τι είχε. Είχα χάσει το μετάλλιο, αλλά όχι τον αγώνα. Γιατί ο αληθινός αγώνας δεν ήταν απέναντι στις άλλες αθλήτριες. Ήταν απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό. Και τον είχα κερδίσει. Χρόνια αργότερα, όταν πλέον φορούσα την ιατρική μου ποδιά, όταν στεκόμουν δίπλα σε ασθενείς και προσπαθούσα να τους βοηθήσω, ήξερα πως η εμπειρία μου ως αθλήτρια με είχε διαμορφώσει. Γιατί στην Ιατρική, όπως και στον αθλητισμό, το σημαντικότερο δεν είναι να φτάσεις πρώτος. Είναι να μην τα παρατάς. Κάθε μέρα στο νοσοκομείο ήταν ένας νέος αγώνας. Δεν είχε πάντα νικητές και ηττημένους, αλλά είχε πάντα προσπάθεια. Και η προσπάθεια ήταν που μετρούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Δεν ήμουν Ολυμπιονίκης σαν τη μητέρα μου. Αλλά, ήξερα πως είχα πετύχει κάτι εξίσου σημαντικό. Δεν είχα εγκαταλείψει κανένα από τα όνειρά μου. Και στο τέλος της ημέρας, αυτό είναι που μετράει.